ζημίαι


ζημίαι
ζημία
loss
fem nom/voc pl
ζημίᾱͅ , ζημία
loss
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ζημίᾳ — ζημίαι , ζημία loss fem nom/voc pl ζημίᾱͅ , ζημία loss fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • платежь — ПЛАТЕЖ|Ь (9), А с. 1.Штраф: послѹ. и п(п)ѹ. что ѹчинѧть. за двоѥ того ѹзѧти. два платежѧ. Гр 1229 сп. 1277–1279 (смол.); аче же и кръвавъ придеть. или бѹдеть самъ почалъ. а выстѹпѧть послѹси то то ѥмѹ за платежь ѡже и били. РПр сп. 1285–1291,… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • πρόκειμαι — ΝΜΑ [κεῑμαι] 1. κείμαι, έχω τεθεί μπροστά από κάποιον ή κάτι 2. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) το προκείμενων) α) (σχετικά με λόγο) το θέμα που βρίσκεται υπό συζήτηση («ελάτε στο προκείμενο») β) (λειτ.) ψαλμικός στίχος που προτάσσεται από έναν ψαλμό και… …   Dictionary of Greek

  • σφάλμα — το, ΝΜΑ [σφάλλω] παράπτωμα, λάθος (α. «δεν ομολογεί ποτέ το σφάλμα του» β. «πᾱν πρῆγμα τίκτει σφάλματα, ἐκ τῶν ζημίαι μεγάλαι φιλέουσι γίνεσθαι», Ηρόδ.) νεοελλ. 1. αβλεψία, ανακρίβεια («ο λόγος του είναι γεμάτος φραστικά σφάλματα») 2. μαθημ. η… …   Dictionary of Greek